δεκάδα


δεκάδα
[декада] ουσ. Θ. десяток

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δεκάδα" в других словарях:

  • δεκάδα — η (AM δεκάς) [δέκα] 1. ο αριθμός που αποτελείται από δέκα μονάδες 2. ομάδα δέκα ατόμων νεοελλ. σύνολο δέκα ομοειδών αντικειμένων αρχ. 1. παρέα, συντροφιά 2. το ένα δέκατο, η δεκάτη 3. φρ. «ἡ ἀττική δεκάς» οι δέκα αττικοί ρήτορες 4. φρ. «Λύκου… …   Dictionary of Greek

  • δεκάδα — η σύνολο που αποτελείται από δέκα μονάδες: Το εκατό αποτελείται από δέκα δεκάδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεκάδα — δεκάς company of ten fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάδ' — δεκάδα , δεκάς company of ten fem acc sg δεκάδι , δεκάς company of ten fem dat sg δεκάδε , δεκάς company of ten fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • NUMERI — I. NUMERI a Minerva inventi, ut olim creditum: Unde Romanis lex scripta, ut qui Maximus Praetor esset, clavum iuxta huius Deae simulacrum, in Capitolio, pangeret, quo numerus annorum inde cognosceretur, Liv. l. 7. c. 3. Numeriae vero Deae, quae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ένδεκα — και έντεκα, οι, τα (AM ἕνδεκα, οι, αι, τα) 1. (άκλ. απόλ. αριθμητ.) ποσότητα που αποτελείται από μια δεκάδα και μια μονάδα 2. οἱ ἕνδεκα οι έντεκα μαθητές τού Χριστού μετά την προδοσία τού Ιούδα νεοελλ. φρ. 1. «χαθήκαμε κι οι έντεκα» είμαστε… …   Dictionary of Greek

  • αμερίκιο — Τεχνητό χημικό στοιχείο, με σύμβολο Am και ατομικό αριθμό 95. Είναι ραδιενεργό και απαντά σε μια δεκάδα ισοτόπων, οι χρόνοι μέσης ζωής (ραδιενέργεια) των οποίων κυμαίνονται μεταξύ λίγων δεκάδων λεπτών και μερικών χιλιάδων ετών. Το ανακάλυψαν το… …   Dictionary of Greek

  • αποκρυφισμός — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζονται όλα τα ιστορικο πολιτιστικά φαινόμενα, σε οποιαδήποτε χώρα, εποχή ή πολιτισμό, τα οποία συνίστανται στην κατοχή και την άσκηση μιας μυστικής διδασκαλίας, λίγο έως πολύ πολύπλοκης και συστηματικής, που έχει ως… …   Dictionary of Greek

  • αστροναυτική — Επιστήμη η οποία οφείλει την ανάπτυξή της στην προσπάθεια κατάκτησης του Διαστήματος. Η α. είναι το σύνολο των θεωρητικών ερευνών και των πρακτικών εφαρμογών σχετικά με την κίνηση οχημάτων στο Διάστημα, που ξεκινούν από τη Γη, προωθούνται με… …   Dictionary of Greek

  • δεκάρι — το 1. ποσότητα δέκα ομοειδών πραγμάτων, δεκάδα («ένα δεκάρι χαρτοφάκελα») 2. νόμισμα δεκάδραχμο, το δεκάρικο 3. το παιγνιόχαρτο που έχει δέκα έγχρωμα σήματα («δεκάρι καρό, κούπα σπαθί, μπαστούνι», «ρίξε ένα δεκάρι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα +… …   Dictionary of Greek